περίεργος

περίεργος
-η, -ο
1. αυτός που εξετάζει, που ερευνά, ο λεπτολόγος, ο ερευνητικός: Είναι πολύ περίεργος στις μηχανές γενικά.
2. αυτός που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις: Είναι πολύ περίεργος· όταν ακούσει κάτι για τους άλλους, ζητά να μάθει.
3. παράξενος, αλλόκοτος, ανεξήγητος: Περίεργη επιμονή. – Περίεργα πράγματα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • περίεργος — taking needless trouble masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περίεργος — η, ο / περίεργος, ον, ΝΜΑ 1. (για πρόσ.) αυτός που ενδιαφέρεται για το καθετί και θέλει να τό γνωρίσει, αυτός που ερευνά και επιδιώκει να μάθει τα πάντα, ερευνητικός (α. «από μικρός ήταν περίεργος και έμαθε πολλά» β. «περίεργα παιδία», Γαλ. γ.… …   Dictionary of Greek

  • περιεργότερον — περίεργος taking needless trouble adverbial comp περίεργος taking needless trouble masc acc comp sg περίεργος taking needless trouble neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιεργοτέρων — περίεργος taking needless trouble fem gen comp pl περίεργος taking needless trouble masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιεργότατα — περίεργος taking needless trouble adverbial superl περίεργος taking needless trouble neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιεργότατον — περίεργος taking needless trouble masc acc superl sg περίεργος taking needless trouble neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιέργως — περίεργος taking needless trouble adverbial περίεργος taking needless trouble masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περίεργον — περίεργος taking needless trouble masc/fem acc sg περίεργος taking needless trouble neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιεργοτέροις — περίεργος taking needless trouble masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιεργοτέρους — περίεργος taking needless trouble masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”